ΤΟ «ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ!»

Ένα από τα βασικότερα όρια που καλούμαστε να μάθουμε μεγαλώνοντας είναι το «δεν μου αρέσει!» .

Στο πρότυπο παιδικό σταθμό, ηλιαχτίδα, το «δεν μου αρέσει» είναι μία από τις βασικές κολόνες εκπαίδευσης με στόχο την καλύτερη γνωριμία του παιδιού με τον εαυτό του.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όταν ένα παιδί καταφέρει να εκφράσει το «δεν μου αρέσει» λεκτικά, καθαρά και απενοχοποιημένα, έχει κερδίσει ένα μεγάλο βήμα προς την ανεξαρτησία του και την υπευθυνότητα του εαυτού του.

Αρκεί να εισακουστεί.

Τα παιδιά συνήθως μας δείχνουν με μορφασμούς και την στάση του σώματός τους όταν κάτι δεν τους αρέσει και με προχωρημένη ψυχολογική αντίδραση όταν αυτά παραβλέπονται ή η ανάγκη τους δεν γίνεται κατανοητή.

Το «δεν μου αρέσει» συνεπάγει ότι ο μικρός αυτός άνθρωπος έχει αποκτήσει αρκετή αυτογνωσία ώστε να καταλαβαίνει άμεσα όταν κάτι δεν του αρέσει, παρά να καταπιέζει τα συναισθήματα του για να παραμείνει καλό παιδί, αποδεκτός, αγαπητή.

Στο νερό το «δεν μου αρέσει» γίνεται απαραίτητη συνθήκη συνύπαρξης και ασφάλειας.  Πολλά από τα παιδιά που έρχονται για πρώτη φορά σε ομαδικό μάθημα στο νερό έχουν να προσαρμοστούν στα πλατσουρίσματα των άλλων.

Το παιχνίδι «σε βρέχω γι’αυτό βρέξε με και εσύ» δεν έχει πάντα τις αναμενόμενες αντιδράσεις.

Σαν δασκάλα, επίσης δεν μου αρέσει πάντα να με βρέχουν στο πρόσωπο χωρίς να με ρωτάνε.

oria

Πίσω από όλα αυτά τα παραδείγματα υποβόσκει ο πραγματικός κίνδυνος και φόβος του αν δεν βλέπω μπορεί να πνιγώ.

Η κατάκτηση του «δεν μου αρέσει» λοιπόν, αναδύεται σαν ένα απαραίτητο σημάδι δύναμης και ωρίμανσης μέσα και έξω από το νερό.

Σαφέστατα αυτό δεν επιτυγχάνεται από μόνο του. Θέλει όπως όλα, εξάσκηση, επανάληψη και να μην παραβλέπεται η ευκαιρία από τον γονιό ή τον εκπαιδευτή κάθε φορά που προκύπτει. Το νερό επιταχύνει την μάθηση και βοηθάει στην δημιουργία των νέων συνάψεων του εγκεφάλου.

Σημαντικό είναι επίσης το παιδί να βλέπει ότι ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για τους μικρούς και για τους μεγάλους. Το να υπομένουν οι ενήλικες στωικά μία συμπεριφορά από το παιδί τους που να μην τους αρέσει χωρίς να λένε ξεκάθαρα «δεν μου αρέσει», δεν ωφελεί κανέναν και δεν βοηθάει στην γνωριμία και σεβασμό των ορίων που έχει θέσει ο καθένας για τον εαυτό του.

Το «δεν μου αρέσει» είναι άρτια συνδεδεμένο με την καλή ακοή. Ποιος ο λόγος να το μαθαίνουμε αν οι άλλοι δεν είναι διατεθειμένοι να ακούσουν?

Η ανάγκη του «δεν μου αρέσει» προκύπτει από την σχετικότητα και την συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους. Μαθαίνω ότι δεν έχω δικαίωμα να κάνω σε άλλους αυτό που δεν τους αρέσει και ας μου αρέσει εμένα.

Μαθαίνω να δίνω χώρο στις ανάγκες του άλλου ακούγοντάς τες για να τις σεβαστώ.  Η παρόρμηση της χαράς στο νερό αποδεικνύει ότι δεν ξεπερνάμε τα όρια του άλλου επίτηδες. Τις περισσότερες φορές γίνεται άθελά μας και από κεκτημένη ταχύτητα.

Το ότι έχω δικαίωμα να λέω «δεν μου αρέσει» και να εισακούεται για πολλά παιδιά είναι απελευθερωτικό καθώς ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας στο νερό. Αισθάνεται ότι η ανάγκη του θα εισακουστεί.

Το υδάτινο περιβάλλον δεν επιτρέπει την πολυτέλεια ενός κακομαθημένου «δεν μου αρέσει». Αντιθέτως το «δεν μου αρέσει» στο νερό εκφράζει την πηγαία και ενστικτώδη ανάγκη για ασφάλεια και εμπιστοσύνη.

Για να μάθουμε το «δεν μου αρέσει» στο #waterhappy παίρνει μορφή παιχνιδιού. Βρέχουμε εσκεμμένα και με σειρά ο ένας τον άλλων, με πρώτο παράδειγμα την δασκάλα. Αυτός που είναι η σειρά του να βραχεί μετράει 1,2,3 στον δικό του χρόνου και είναι απαραίτητο η ομάδα να το τηρήσει.

Σταματάνε το βρέξιμο όταν αυτός πει δυνατά για να ακουστεί «ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ»! Όπως καταλαβαίνεται οι άλλοι πρέπει να ακούσουν άμεσα και να σταματήσουν το βρέξιμο. Όποιος δεν σταματήσει βγαίνει από το παιχνίδι και ούτω καθεξής.

Η ουσία αυτής της άσκησης, που μπορεί να πάρει διάφορες διασκεδαστικές μορφές, είναι το ακούω και εισακούομαι. Είναι μέρος τις προσαρμογής στο νερό κάθε ομάδας και διαρκεί όσο χρειαστεί.

Το εύλογο θα ήταν αυτή η αντίληψη να συνεχίζεται και έξω από την πισίνα και κυρίως στο σπίτι.